Ελλάδα|13.06.2021 14:36

Τηλεργασία: Πλεονεκτήματα, μειονεκτήματα και παγίδες

Μαρία Λιλιοπούλου

«Η δημιουργικότητά μας πηγάζει από αυθόρμητες συναντήσεις και απρόσμενες συζητήσεις» συνήθιζε να λέει στους επισκέπτες στις εγκαταστάσεις της Apple ο Στιβ Τζομπς, ο οποίος δεκαετίες πριν η τηλεργασία μας συστηθεί σχεδόν ως μονόδρομος για πολλούς κλάδους την περίοδο της πανδημίας, είχε καταγραφεί ως ένας από τους μεγαλύτερους πολέμιούς της.

Η πανδημία, η οποία λειτούργησε ως επιταχυντής σε πολλά ζητήματα, κατάφερε μέσα σε 1,5 χρόνο να αλλάξει άρδην το τοπίο και στην εργασία.

Ακόμα και σε χώρες όπως η Ελλάδα που κατεγραφαν σχεδόν μηδενικά ποσοστά στην απομακρυσμένη εργασία, η μέθοδος είναι πλέον αρκετά διαδεδομένη, ενώ σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη το ποσοστό των ανθρώπων που τηλεργάζονται έχει εξαπλασιαστεί με τάσεις περαιτέρω αύξησης.

Κι ενώ σημαντικό μέρος εργαζομένων αλλά και εργοδοτών εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν με σκεπτικισμό την τηλεργασία, διεθνώς μεγαλώνει ο αριθμός των μισθωτών και των ελεύθερων επαγγελματιών που δίνουν ψήφο εμπιστοσύνης στη δουλειά από το σπίτι ή από την κοντινή καφετέρια. Οχι μόνο δεν τους λείπει το γραφείο τους, αλλά όπως κατέγραψε και πρόσφατο ρεπορτάζ του Bloomberg δεν είναι λίγοι εκείνοι που φτάνουν μέχρι του σημειου να παραιτηθούν από την εργασία τους σε περιπτώσεις που η λήξη των περιοριστικών μέτρων σήμανε ταυτόχρονα και την επιστροφή με φυσική παρουσία στη δουλειά.

Παρόλο που σύμφωνα με τους ειδικούς θα περάσουν κάποια χρόνια μέχρι να ισορροπήσει η κατάσταση, είναι βέβαιο ότι η τηλεργασία ήρθε για να μείνει παντού – συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας.

Τα πλεονεκτήματά της είναι προφανή, καθώς η δουλειά από το σπίτι μειώνει στο ελάχιστο τις μετακινήσεις και το χρόνο που δαπανάται σε αυτές, ενώ δίνει την ευκαιρία μίας πιο ευέλικτης μεθόδου εργασίας και διαχείρισης του χρόνου.

Το δεύτερο – όπως επισημαίνουν οι εργαζόμενοι – δεν είναι βέβαια πάντα δεδομένο, αφού πολύ συχνά βρίσκονται στη θέση να εργάζονται σε ώρες ή ημέρες, κατά τις οποίες κανονικά δε θα ήταν στο γραφείο τους.

Στις ανησυχίες που εκφράζονται διεθνώς συγκαταλέγεται αφενός η κοινωνική διάσταση της τηλεργασίας, η οποία από τη φύση της μπορεί να εφαρμοστεί μόνο σε ορισμένους κλάδους καθώς εκ προιμίου απορρίπτεται π.χ. ο πρωτογενής τομέας ή οι κλάδοι των εργατών.

Ταυτόχρονα η αποδοτικότητα στην τηλεργασία είναι άμεσα συνυφασμένη με την εξοικείωση με τα ψηφιακά μέσα, η οποία εξακολουθεί να μην αποτελεί τον κανόνα για ένα μεγάλο μέρος του εργατικού δυναμικού.

Την ίδια στιγμή διαφαίνεται μία αγωνία σε μεσαία στελέχη επιχειρήσεων, τα οποία ανησυχούν ότι εκ του μακρόθεν θα είναι δυσκολότερο να επιβάλουν την παρουσία τους, αλλά τις γυναίκες εργαζόμενες, οι οποίες μπορεί να προτιμήσουν την τηλεργασία σε μία προσπάθεια να ισορροπήσουν επαγγελματική και οικογενειακή ζωή κινδυνεύοντας όμως να ξαναβρεθούν στο ...σπίτι δια μίας άλλης οδού απομονωμένες από τις εξελίξεις ή ακόμα και την ανέλιξη στις δουλειές τους.

Μια νέα ταυτότητα θα πρέπει να βρει και ο συνδικαλισμός, όμως, ο οποίος αν θέλει να συνεχίσει να έχει ρόλο στο εργασιακό γίγνεσθαι θα πρέπει να γίνει πιο συμπεριληπτικός ενσωματώνοντας και αυτή τη μερίδα των εργαζομένων.

Το νέο νομοθετικό πλαίσιο

Αυτές τις ημέρες με δύο διαφορετικά νομοσχέδια, η Ελλάδα κάνει ένα πρώτο βήμα ρύθμισης της τηλεργασίας τόσο στο δημόσιο όσο και στον ιδιωτικό τομέα θεσπίζοντας ξεκάθαρα και το δικαίωμα της αποσύνδεσης, δηλαδή το δικαίωμα του εργαζομένου να μην απαντά σε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, επαγγελματικά τηλεφωνήματα εκτός ωραρίου εργασίας, κλπ, αρκετά νωρίτερα μάλιστα από άλλες πιο «προηγμένες» χώρες. Προυπόθεση η ατομική διαπραγμάτευση μεταξύ εργοδότη και εργαζόμενου, γεγονός το οποίο έχει ήδη προκαλέσει δυσπιστία ως προς το εάν θα αποτελεί πραγματική διαπραγμάτευση.

Στο νομοσχέδιο για τα εργασιακά έχουν ενταχθεί ρυθμίσεις, σύμφωνα με τις οποίες, κατά την τηλεργασία, ο εργοδότης αναλαμβάνει το κόστος που προκαλείται στον εργαζόμενο από τη μορφή αυτή εργασίας, δηλαδή το κόστος του εξοπλισμού, εκτός εάν συμφωνηθεί να γίνεται χρήση εξοπλισμού του εργαζομένου, των τηλεπικοινωνιών, της συντήρησης του εξοπλισμού και της αποκατάστασης των βλαβών. Παρέχει στον εργαζόμενο τεχνική υποστήριξη για την παροχή της εργασίας του και αναλαμβάνει να αποκαταστήσει τις δαπάνες επισκευής των συσκευών που χρησιμοποιούνται για την εκτέλεσή της ή να τις αντικαταστήσει σε περίπτωση βλάβης.

Επιπλέον ο εργοδότης υποχρεούται να γνωστοποιήσει στον εργαζόμενο το δικαίωμα αποσύνδεσης, την ανάλυση του πρόσθετου κόστους, με το οποίο επιβαρύνεται περιοδικώς ο τηλεργαζόμενος από την τηλεργασία, ιδίως, το κόστος τηλεπικοινωνιών, του εξοπλισμού και της συντήρησής του και τους τρόπους κάλυψής του από τον εργοδότη.

Η συμφωνία περί τηλεργασίας δεν θίγει το καθεστώς απασχόλησης και τη σύμβαση εργασίας του τηλεργαζομένου, ενώ οι τηλεργαζόμενοι έχουν τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις με τους συγκρίσιμους εργαζομένους εντός των εγκαταστάσεων της επιχείρησης ή εκμετάλλευσης, ιδίως, σε σχέση με τον όγκο εργασίας, τα κριτήρια και τις διαδικασίες αξιολόγησης, τις επιβραβεύσεις, την πρόσβαση σε πληροφορίες που αφορούν στην επιχείρηση, την κατάρτιση και επαγγελματική τους εξέλιξη, τη συμμετοχή σε σωματεία, τη συνδικαλιστική τους δράση και την απρόσκοπτη και εμπιστευτική επικοινωνία τους με τους συνδικαλιστικούς τους εκπροσώπους. Επίσης απαγορεύεται η χρήση της κάμερας (web cam) για τον έλεγχο της απόδοσης του εργαζομένου.

Ειδικά για το δικαίωμα της αποσύνδεσης επισημαίνεται ότι συνίσταται στο δικαίωμά του να απέχει πλήρως από την παροχή της εργασίας του και ιδίως, να μην επικοινωνεί ψηφιακώς και να μην απαντά σε τηλεφωνήματα, μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή σε οποιασδήποτε μορφής επικοινωνία εκτός ωραρίου εργασίας και κατά τη διάρκεια των νόμιμων αδειών του, ενώ απαγορεύεται κάθε δυσμενής διάκριση σε βάρος τηλεργαζομένου, επειδή άσκησε το δικαίωμα αποσύνδεσης.

Η τηλεργασία στην Ελλάδα

Μόλις το 2% είχε τηλεργαστεί συστηματικά στην Ελλάδα πριν την πανδημία, όπως επισημαίνει στο «ethnos.gr» ο ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Δυτικής Αττικής, Μιχάλης Γλαμπεδάκης, ο οποίος συντόνισε μια μεγάλη έρευνα του Πανεπιστημίου για το θέμα.

Σύμφωνα με τα βασικά της συμπεράσματα προ πανδημίας το 17,1% των εργαζομένων δηλώνει ότι είχε κάποια εξοικείωση με αυτήν τη μορφή, ενώ το 63,2%, δεν είχε καμιά συμμετοχή σε αυτήν τη μορφή.

Κατά τη διάρκεια της πανδημίας όμως σχεδόν ο ένας στους δύο εργαζομένους (46%) «αναγκάστηκε» να εργαστεί αρκετές φορές εξ αποστάσεως. Από αυτούς το 31% τη χαρακτήρισε εύκολη και το 38% τη βρήκε δύσκολη έως αδύνατη.

Η νέα μορφή εργασίας φαίνεται να προβληματίζει τους εργαζόμενους. Ετσι, ενώ 1 στους 3 εργαζομένους (περίπου 34%) δηλώνει απόλυτα υπέρ της τηλεργασίας, στην ερώτηση εάν ο ίδιος επιθυμεί να συνεχίσει να τηλεργάζεται το ποσοστό «κατρακυλάει» στο 12%.

Περισσότεροι από έξι στους δέκα εργαζόμενους με τηλεργασία συστηματικά ή περιστασιακά (60,2%), πιστεύουν ότι η παραδοσιακή μορφή εργασίας είναι πιο αποδοτική, ενώ από την εμπειρία που απέκτησαν όσοι εργάστηκαν και εργάζονται με τηλεργασία μόνο ένας στους δέκα (10,7%) αξιολογεί την απόδοσή του καλύτερη από αυτήν με την παραδοσιακή εργασία, και, περισσότεροι από έξι στους δέκα (63,7%) ότι η απόδοσή τους είναι χαμηλότερη. Οι υπόλοιποι (25,6%) αξιολογούν την απόδοσή τους ίση και στις δυο μορφές εργασίας.

«Αυτό που ανησυχεί περισσότερο τους εργαζομένους είναι τα εργασιακά κεκτημένα. Φοβούνται ότι θα αυξηθεί το έργο τους με αναθέσεις δουλειάς και πέραν του τυπικού ωραρίου τους», εξηγεί ο κ. Γλαμπεδάκης.

Δεν έχουν όμως μόνο οι εργοδότες αμφιβολίες γι΄αυτή τη νέα μορφή απασχόλησης: «Είδαμε ότι υπάρχει μια ανησυχία και στους εργοδότς ότι οι εργαζόμενοι θα κάθονται, θα τεμπελιάζουν και δε θα ασχολούνται όσο πρέπει. Αυτά όλα θα αμβλυνθούν σιγά σιγά και οι εργοδότες θα κατανοήσουν ότι οι εργαζόμενοι δεν έχουν κανένα λόγο να μην εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους αλλά και οι εργαζόμενοι θα πρέπει να καλυφθούν από την Πολιτεία με μία νομοθετική ρύθμιση, η οποία δεν είχε μέχρι τώρα παρουσιαστεί» εκτιμά ο καθηγητής, ο οποίος πιστεύει πως με αυτούς τους ρυθμούς σε περίπου μία δεκαετία το ποσοστό της τηλεργασίας μπορεί να φτάσει και στη χώρα μας το 20% προσεγγίζοντας αυτό άλλων ευρωπαικών χωρών.

Είναι όμως η νέα μορφή πιο αποδοτική για την εργασία ή αυτή η αποξένωση των εργαζομένων και η αποστασιοποίηση έχει αντίκτυπο και στην παραγωγικότητά τους;

«Ο άνθρωπος είναι ένα κοινωνικό ον και σαφώς έχει ανάγκη να συναναστρέφεται και με άλλα άτομα και βέβαια η ανταλλαγή ιδεών βοηθά και την εξελιξη των επιχειρήσεων. Με την πανδημία αναγκαστήκαμε να βγάλουμε ανθρωπους χωρίς ιδιαίτερες ψηφιακές δεξιότητες στο πέλαγος με ένα σωσίβιο και να τους πούμε να κολυμπήσουν. Θα χρειαστεί χρόνος, αλλά θα ισορροπήσει η κατάσταση μεταξύ των δύο μορφών εργασίας», απαντά ο κ. Γλαμπεδάκης.

Ο ίδιος, πάντως, εκτιμά ότι το νεο τοπίο θα φέρει αλλαγές και σε τομείς που δε φανταζόμαστε: «Είναι δεδομένο ότι θα αλλάξει και το real estate της εργασίας. Ο τηλεργαζόμενος χρειάζεται έναν χώρο να απομονωθεί, να συσκεφθεί, να μελετήσει. Αντίστοιχα οι εταιρίες δε θα χρειάζονται στο μέλλον τόσο μεγάλους χώρους. Υπάρχει μία μετατόπιση της ανάγκης χώρου από τους εργοδότες στους εργαζομένους».

Οσο για τον κίνδυνο να χαθούν θέσεις τηλεργασίας από την προσφορά σε χώρες με φτηνότερο εργατικό δυναμικό, ο κ. Γλαμπεδάκης είναι κατηγορηματικός: «Αυτό είναι κάτι που ήδη συμβαίνει δεδομένου ότι η τηλεργασία δεν έχει σύνορα. Αντί να κλείσουμε τα μάτια σε μια υπαρκτή κατάσταση, πρέπει να δούμε πως θα συμμετάσχουμε κι εμείς.

Αλλωστε οι Ελληνες είναι καλοί επιστήμονες, καλοί τεχνικοί. Εχουν πολλα πλεονεκτήματα και θα βρουν τη θέση τους και σ΄αυτή τη νέα δομή. Το τρένο κυλά: ή ανεβαίνεις πάνω και πάς κι εσύ μαζι ή καθεσαι και το βλέπεις να φεύγει» καταλήγει.

Πλεονεκτήματα, μειονεκτήματα και παγίδες

Ιδιαίτερα θετική χαρακτηρίζει την έγκαιρη ρύθμιση της τηλεργασίας ο εργατολόγος, Διονύσης Τεμπονέρας.

«Κατοχυρώνει το δικαίωμα της αποσύνδεσης κι αυτό είναι το ζητούμενο σε πρώτη φάση. Είμαστε από τις λίγες χώρες που πάμε σε μία διάταξη κατοχύρωσης του δικαιώματος στην αποσύνδεση» εξηγεί.

Το δεύτερο θετικό που ξεχωρίζει είναι ότι «εντάσσει διάταξη που ορίζει ότι και ο εξοπλισμός αλλά πολύ περισσότερο και οι τηλεπικοινωνίες αποτελούν δαπάνη και κόστος που επιβαρύνει τον εργοδότη κι αυτό δεν ήταν αυτονόητο, δηλαδή στο σχέδιο που είχε δοθεί στη διαβούλευση το κόστος των τηλεπικοινωνιών δεν υπήρχε».

Το προβληματικό – σύμφωνα με τον ίδιο - είναι ότι για παράδειγμα ενώ στο Δημόσιο δεν επιτρέπεται να είναι κάποιος πάνω από 44 ημέρες σε καθεστώς τηλεργασίας, στον ιδιωτικό τομέα και ενώ το προηγούμενο πλαίσιο όριζε τηλεργασία μέχρι τρεις μήνες και στη συνέχεια επιστροφή στην αρχική θέση για τον εργαζόμενο, πλέον δεν υπάρχει χρονικός ορίζοντας.

«Είναι κρίσιμο το ζήτημα της επανόδου στη θέση εργασίας καθώς επίσης και το καθεστώς ελέγχων από πλευράς του ΣΕΠΕ ως προς το αν τηρούνται ωράρια, ζητήματα υγείας και ασφάλειας, ειδικά εφόσον απέχουμε ακόμα αρκετά από την ψηφιακή κάρτα εργασίας, η οποία θα είναι έτοιμη το 2022 και όχι για το σύνολο των κλάδων, ενώ δεν υπάρχει διάταξη για το ζήτημα των εργατικών ατυχημάτων των τηλεργαζομένων» υπογραμμίζει ο κ. Τεμπονέρας.

Σύμφωνα με τον ίδιο, λείπει επίσης μια πιο συγκεκριμένη διάταξη ως προς τα κόστη της τηλεργασίας: «Αυτό που συζητείται διεθνώς και αποτελεί αίτημα των συνδικάτων είναι ο καθορισμός ενός ποσοστού επί του μισθού, μιας προσαύξησης, η οποία θα καλύπτει τις ανάγκες των τηλεργαζομένων».

Σοβαρά εμπόδια στην επικοινωνία των εργαζομένων με τα σωματεία αλλά και με τους ίδιους τους τους συναδέλφους θέτει, η τηλεργασία σύμφωνα με τους συνδικαλιστές, οι οποίοι χαρακτηρίζουν αστεία την ατομική διαπραγμάτευση εργοδότη – εργαζόμενου.

«Δεν μπορεί η τηλεργασία να ρυθμίζεται σε ατομικό επίπεδο, όπως τίποτα απολύτως δεν μπορεί να ρυθμίζεται έτσι στο χώρο εργασίας χωρίς τη συμμετοχή ενός συνδικαλιστικού οργάνου. Αυτό δε σημαίνει ότι τα Σωματεία θέλουν να ελέγχουν τα πάντα ή να συνδιοικούν, όπως συχνά μας κατηγορούν, αλλά μη γελιόμαστε είναι ανέκδοτο να λέμε ότι ένας εργαζόμενος θα κάνει διαπραγμάτευση με τον εργοδότη του. Δεν είναι αυτό διαπραγμάτευση. Ο εργοδότης θα ανακοινώσει, δε θα συζητήσει» σημειώνει η Γιώτα Λαζαροπούλου, πρόεδρος του Σωματείου Εργαζομένων της Εθνικής Τράπεζας, ενός κλάδου που τηλεργάστηκε σε μεγάλα ποσοστά.

Προσθέτει μάλιστα ότι τα προβλήματα είναι μεγαλύτερα στην πιο αδύναμη συνδικαλιστικά ομάδα εργαζομένων: «Η τηλεργασία συχνά δεν κατανέμεται δίκαια και ειδικά στους εργολαβικούς εργαζομένους».

Η ίδια αναγνωρίζει την ανάγκη της τηλεργασίας την περίοδο της πανδημίας προσθέτοντας όμως ότι αυτό είχε σημαντικά αρνητικά χαρακτηριστικά: «Για όλους η τηλεργασία ήταν ανακούφιση αρχικά καθώς ήταν ένα μέτρο για την προστασία της υγείας μας που είναι το πιο σημαντικό αγαθό. Γρήγορα όμως διαπιστώσαμε πόσο δύσκολο είναι να τηρηθεί το ωράριο και ειδικά στις τράπεζες που πολλοί συνάδελφοι είδαν τον εαυτό τους να είναι σε ετοιμότητα σχεδόν όλο το 24ωρο, Κυριακές, αργίες, Χριστούγεννα, Πάσχα, οποιαδήποτε μέρα».

Συχνά βέβαια η εξ αποστάσεως εργασία διευκολύνει ακόμα και την επικοινωνία των εργαζομένων με το σωματείο δεδομένου ότι αισθάνονται πιο ελεύθεροι να μιλήσουν, σημειώνει η κυρία Λαζαροπούλου προσθέτοντας βέβαια ότι προυπόθεση γι΄αυτό είναι να υπάρχει μια εκ των προτέρων επικοινωνία.

Όλες οι ειδήσεις

Πανελλήνιες 2021: Οι 18 κανόνες επιτυχίας στις εξετάσεις για τους υποψήφιους όλων των κατηγοριών

Κρίστιαν Ερικσεν: Τα διεθνή ΜΜΕ για το «θαύμα στο χορτάρι» - H σωτήρια παρέμβαση Κιάερ

Θύελλα αντιδράσεων για το σεξιστικό βίντεο του Συνεδρίου Υπογονιμότητας - Απέσυρε την αιγίδα της η ΠτΔ

Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας: Τι αλλάζει σε εκπαίδευση, ΚΤΕΟ και point system

εργασιακό νομοσχέδιοτηλεργασίαεργατολόγος