Οι σκύλοι του Τσερνόμπιλ: Η ζώνη αποκλεισμού, η ραδιενέργεια και οι γενετικές διαφορές με άλλα σκυλιά
Τι συμβαίνει στις επόμενες γενιές ζώων που έμειναν εκεί μετά το πυρηνικό δυστύχημα του 1986🕛 χρόνος ανάγνωσης: 6 λεπτά ┋ 🗣️ Ανοικτό για σχολιασμό

Όταν στις 26 Απριλίου 1986 σημειώθηκε η καταστροφική έκρηξη στον πυρηνικό σταθμό του Τσερνόμπιλ, η ραδιενεργή μόλυνση ανάγκασε τις σοβιετικές Αρχές να εκκενώσουν ολόκληρη την περιοχή. Δημιουργήθηκε έτσι μια τεράστια ζώνη αποκλεισμού, η οποία καλύπτει περίπου 2.600 τετραγωνικά χιλιόμετρα.
Στα χρόνια που ακολούθησαν, επιστημονικές μελέτες έδειξαν ότι πολλά είδη ζώων κατάφεραν όχι μόνο να επιβιώσουν, αλλά και να αναπτυχθούν στην εγκαταλελειμμένη περιοχή, μακριά από την ανθρώπινη παρουσία και τις καθημερινές ανθρώπινες δραστηριότητες.
Την περίοδο της εκκένωσης, πολλοί κάτοικοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα κατοικίδιά τους. Στη συνέχεια, οι σοβιετικές Αρχές έστειλαν ειδικά συνεργεία, γνωστά ως «εκκαθαριστές», με αποστολή να θανατώσουν τα ζώα που είχαν απομείνει, συμπεριλαμβανομένων των κατοικίδιων σκύλων και των παραγωγικών ζώων που βρίσκονταν στην επιβαρυμένη από τη ραδιενέργεια περιοχή.
Ωστόσο, αρκετά κατάφεραν να γλιτώσουν.
Πληθυσμοί σε μια ζώνη αποκλεισμού
«Δεν είναι σαφές πόσα ζώα κατάφεραν να αποφύγουν τους εκκαθαριστές, αλλά αρκετοί οικόσιτοι σκύλοι επέζησαν, δημιουργώντας σταθερούς πληθυσμούς μέσα στη ζώνη αποκλεισμού», αναφέρουν οι ερευνητές σε νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο επιστημονικό περιοδικό Genes. Επικεφαλής συγγραφέας της έρευνας είναι η Μέγκαν Ντίλον, γενετίστρια πληθυσμών από το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας.
Σήμερα εκτιμάται ότι αρκετές εκατοντάδες σκύλοι ζουν στη ζώνη αποκλεισμού του Τσερνόμπιλ. Θεωρείται ότι κατάγονται, τουλάχιστον εν μέρει, από κατοικίδια που εγκαταλείφθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους μετά το πυρηνικό δυστύχημα.
Τα συγκεκριμένα ζώα βρίσκονται πλέον περισσότερες από 30 γενιές μακριά από την καταστροφή του 1986, προσφέροντας στους επιστήμονες μια μοναδική ευκαιρία να μελετήσουν πώς η μακροχρόνια έκθεση σε ένα περιβάλλον με ραδιενεργή μόλυνση μπορεί να επηρεάσει τους ζωντανούς οργανισμούς και την εξέλιξή τους.
Διαφορετικό γενετικό προφίλ
Σύμφωνα με το sciencealert.com, σε προηγούμενη μελέτη, που δημοσιεύθηκε το 2023, ορισμένοι από τους ίδιους ερευνητές ανέλυσαν το DNA των σκύλων της περιοχής. Διαπίστωσαν ότι τα ζώα που ζουν κοντά στον εγκαταλελειμμένο πυρηνικό σταθμό έχουν σημαντικές γενετικές διαφορές από εκείνα που βρίσκονται σε μεγαλύτερη απόσταση.
Το εύρημα άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο οι γενετικές αυτές διαφοροποιήσεις να οφείλονται σε μεταλλάξεις που προκλήθηκαν από τη συνεχιζόμενη έκθεση στη ραδιενέργεια.
Ωστόσο, μια νέα έρευνα της ίδιας ομάδας, το 2024, δεν εντόπισε στοιχεία που να αποδεικνύουν ότι οι μεταλλάξεις ήταν η αιτία των γενετικών διαφορών. Έτσι, οι επιστήμονες αποφάσισαν να συνεχίσουν την έρευνα, προσπαθώντας να λύσουν το μυστήριο.
«Η νέα μελέτη συμπληρώνει ορισμένα από τα κενά της προηγούμενης έρευνάς μας. Όταν εξετάσαμε τη γενετική δομή του πληθυσμού, διαπιστώσαμε ότι αυτές οι δύο ομάδες σκύλων, παρότι ζουν σε γεωγραφικά πολύ κοντινές περιοχές, παρουσιάζουν εξαιρετικά μεγάλες γενετικές διαφορές, οι οποίες δεν οφείλονται σε μεταλλάξεις», εξηγεί η Ντίλον.
«Με τη νέα μας εργασία θελήσαμε να εξετάσουμε δύο ακόμη σημαντικούς παράγοντες της εξέλιξης: αν οι γενετικές διαφορές οφείλονται στη φυσική επιλογή ή στη γενετική παρέκκλιση με την πάροδο του χρόνου, σε έναν απομονωμένο πληθυσμό».

Για τις ανάγκες της νέας έρευνας, η ομάδα ανέλυσε δεδομένα από την πλήρη αλληλουχία του γονιδιώματος 106 σκύλων. Τα δείγματα είχαν συλλεχθεί την περίοδο 2018-2019 και προέρχονταν τόσο από ζώα που ζούσαν κοντά στον πυρηνικό σταθμό όσο και από σκύλους της πόλης Τσερνόμπιλ, σύμφωνα με την ουκρανική γραφή της ονομασίας της, η οποία βρίσκεται περίπου 16 χιλιόμετρα μακριά.
Φυσική επιλογή ή τυχαίες γενετικές αλλαγές;
Εφόσον οι μεταλλάξεις δεν φαίνεται να εξηγούν τις γενετικές διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων, οι επιστήμονες εξέτασαν δύο άλλες πιθανές αιτίες.
Η πρώτη είναι η φυσική επιλογή. Πρόκειται για τη διαδικασία κατά την οποία ορισμένα γενετικά χαρακτηριστικά γίνονται συχνότερα σε έναν πληθυσμό, επειδή προσφέρουν πλεονεκτήματα επιβίωσης και αναπαραγωγής σε ένα συγκεκριμένο περιβάλλον.
Η δεύτερη είναι η λεγόμενη γενετική παρέκκλιση (genetic drift), κατά την οποία οι γενετικές αλλαγές εμφανίζονται τυχαία, χωρίς απαραίτητα να προσφέρουν κάποιο πλεονέκτημα στα ζώα που τις φέρουν.
Στην περίπτωση των σκύλων που ζουν κοντά στον πυρηνικό σταθμό, ωστόσο, οι επιστήμονες διαπίστωσαν ότι οι γενετικές διαφορές δεν φαίνεται να οφείλονται αποκλειστικά στην τύχη.
Συγκεκριμένα, εντόπισαν αλλαγές που συγκεντρώνονται σε συγκεκριμένες περιοχές του γονιδιώματος, κοντά σε γονίδια τα οποία σχετίζονται με τον καρκίνο, τη λειτουργία και τη συντήρηση των κυττάρων, τις μολυσματικές ασθένειες και την ανοσολογική απόκριση του οργανισμού.
«Δεν μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι τα ευρήματά μας αποδεικνύουν άμεσα την ύπαρξη φυσικής επιλογής. Ωστόσο, εντοπίζουμε γενετικές ενδείξεις που παραπέμπουν σε αυτή τη διαδικασία», αναφέρει η Ντίλον.
Όπως εξηγεί, όταν οι ερευνητές εξετάζουν λεπτομερέστερα τις συγκεκριμένες περιοχές του γονιδιώματος, διαπιστώνουν ότι τα γονίδια που περιλαμβάνουν συμμετέχουν σε βιολογικές λειτουργίες οι οποίες ενδεχομένως βοηθούν τους οργανισμούς να αντιμετωπίζουν τις επιπτώσεις της έκθεσης σε τοξικές ουσίες του περιβάλλοντος.
Μήπως κάποιοι σκύλοι είχαν εξαρχής μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης;
Οι επιστήμονες δεν γνωρίζουν ακόμη με βεβαιότητα τι ακριβώς συνέβη στους σκύλους του Τσερνόμπιλ. Θεωρούν, ωστόσο, πιθανό ότι μετά το πυρηνικό δυστύχημα ορισμένα ζώα διέθεταν ήδη γενετικά χαρακτηριστικά που τους προσέφεραν μεγαλύτερη προστασία απέναντι στον καρκίνο, ισχυρότερη ανοσολογική απόκριση ή μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στην έκθεση σε τοξικές ουσίες.
Με την πάροδο του χρόνου, αυτά τα ζώα ενδέχεται να μεταβίβασαν τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στους απογόνους τους, προσφέροντάς τους αντίστοιχα πλεονεκτήματα επιβίωσης. Η διαδικασία αυτή, κατά την οποία ένα συγκεκριμένο χαρακτηριστικό γίνεται σταδιακά συχνότερο σε έναν πληθυσμό, ονομάζεται κατευθυντική φυσική επιλογή.
Ο γενετιστής Μάθιου Μπριν, επίσης από το Πανεπιστήμιο της Βόρειας Καρολίνας, επισημαίνει ότι είναι λογικό να θεωρεί κανείς πως η ζωή σε ένα τόσο τοξικό περιβάλλον θα είχε αναπόφευκτα συνέπειες για τους οργανισμούς.
«Όταν σκεφτόμαστε το τοξικό περιβάλλον γύρω από το Τσερνόμπιλ, καταλαβαίνω γιατί οι περισσότεροι άνθρωποι θα πίστευαν ότι σίγουρα θα υπήρξαν κάποιες συνέπειες από τη ζωή σε αυτές τις συνθήκες», αναφέρει.
Ωστόσο, όπως εξηγεί, οι συνέπειες μπορεί να μην ήταν τόσο μεγάλες ώστε να αναγκάσουν τους σκύλους να αλλάξουν το γονιδίωμά τους προκειμένου να προσαρμοστούν.
Αντίθετα, είναι πιθανό τα ζώα που κατάφεραν να επιβιώσουν από την αρχική έκθεση στη ραδιενέργεια να διέθεταν ήδη ένα ευρύ φάσμα γενετικών χαρακτηριστικών και παραλλαγών, τα οποία τους έδιναν μεγαλύτερες πιθανότητες επιβίωσης.
Οι σκύλοι του Τσερνόμπιλ: Η ζώνη αποκλεισμού, η ραδιενέργεια και οι γενετικές διαφορές με άλλα σκυλιά
Μάστιγα οι κλοπές χαλκού στην Αθήνα: 70 καταγγελίες και 9 χλμ. καλωδίων κλεμμένα
Κόκκινα δάνεια: Κραυγή αγωνίας από δανειολήπτες υπό την απειλή πλειστηριασμών
Από χλιδάτες σουίτες και εστιατόρια, μέχρι στημένους αγώνες - Η «αμαρτωλή» ζωή πίσω από την απάτη-μαμούθ με τη ΜΚΟ
Live όλες οι εξελίξεις λεπτό προς λεπτό, με την υπογραφή του www.ethnos.gr
δημοφιλές τώρα: 



